τα έρημα τα έτοιμα!
πάς στο τάδε πολυκατάστημα, κι ανάλογα με τα φράγκα που έχεις, το φοράς το πράμα.
πάς και στο λεξικό, κι ανάλογα με το λεξικό, και το λεξιλόγιο, και τις γνώσεις που έχεις, την ξέρεις τη λέξη.
παλιά λέγανε πως μόνο 'συρ μεζύρ' έρχονταν καλά τα ρούχα.
και μόνο σαν έβγαζες ανάσα, ρόγχο, επιφώνημα, φυσικό θόρυβο είσαι αληθινός, όπως ίσως όταν κάνεις έρωτα, κι έχεις ανάγκη να σκούξεις. να βγάλεις από μέσα σου ό,τι νιώθεις, όωπς το νιώθεις.
ή όταν γεννάς, κι εγώ γεννάω σαν τις γύφτισσες, ή φωνάζω ή ανασαίνω χλιμιντρίζοντας,
μα πάνε αυτά,
δε γεννάω πια, γέρασα.
αλήθεια, κι όταν μιλάω, μπορώ ακόμη να μιλήσω ή έχω περάσει στο χλιμίντρισμα, στο χρεμέτισμα,
ή στο ασβέστωμα, και τα λογάκια μου τα 'χω μετρήσει τώρα ανάλογα με της ηλικίας τα χρόνια και τα χρώματα, στο πηλίκον μιας ζωής με το ένα πόδι στον τάφο και το άλλο να χορεύει απέξω και να παίζει...
τι να πεις
η μανία με τα έτυμα που έχουν ένα ύψιλον ποτήρι γεμάτο που ξεχειλίζει
είναι ένα πρόβλημα.
μου τρώει το κεφάλι.
το κεφάλι μου είναι άδειο σούπερ μάρκετ, ό,τι έχει μείνει μέσα είναι μάλλον άχρηστο, δεν το έχει πάρει κανείς. κάποιοι μπορεί να μπουν να πάρουν ό,τι θέλουν.
στην αδειοσύνη του θυμάμαι το 'τάμπουλα ράζα'
τάμπουλα ράζα
τάμπουλα ράζα
ναι, μπορείς να ξεχάσεις το παρελθόν μα δεν μπορείς να ξεχάσεις το μέλλον, που έλεγε κι ο τρελλός βέλγος που δε θυμάμαι πια πώς τον λενε.
όταν μεταφράζω πολλές φορές το μυαλό σταματάει.
βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο με το κενό του.
και διαρκώς δεν ξέρει.
είναι μαγεία να μην ξέρεις!
δεν αναγνωρίζεις τίποτα, είσαι σε μια πόλη που δεν ξέρεις πού, από πού, τίποτα. πού είσαι, πού πάς, τι στο καλό...
ΚΟΙΤΑ
κοίτα, είναι μια αρχή.
δεν υπάρχει καλύτερο νήμα της αριάδνης απ' αυτό. κι ο μινώταυρος μικραίνει, και μικραίνουν κι οι δαγκωνιές του, άσε που δε σε νοιάζει πια.
κι άμα πας σε κάθε λέξη και την κοιτάζεις σαν πόρνη πόλη που σε γέλασε και σε οδήγησε στην ηδονή και μετά σε παράτησε στα κρύα του λουτρού;
τι γίνεται;
πουτάνες λέξεις!
-ήρθε κι ο λακάν τώρα, και ψιθυρίζει στο διπλανό του τον κλασικό ψυχίατρο πως όντως πρέπει να με μαζέψουνε έτσι που μιλάω, αλλά ο άλλος δεν έχει καταλάβει και χαζεύει αμέριμνα-
κι εγώ από εκδίκηση βάζω τον καφέ μου πάνω στο αραβικό λεξικό μου.
του αφήνω σημάδια, όπως αυτά που κουβαλάω μέσα μου, όταν σαπίζω τον εαυτό μου στο ξύλο καθώς του λέω: 'να μωρή, πάρε και τη μία, πάρε και την άλλη, που θες να μου παραστήσεις τη μεταφράστρια και δεν ξέρεις τι σου γίνεται', χα χα χα, να ένα αστείο, να δέρνεσαι μέσα σου όταν σε πιάνει ο οίστρος της μετά
ταξης
από το λέω στο καταλαβαίνω
κι από το 'καταλαβαίνω;'
στο 'πώς να το πω;'
όλη η φασαρία γιατί πριν καμιά δεκαριά μέρες πλησίασα, κόρταρα, τσούγκρισα, κόρναρα, έβρισα, δάκρυσα, τράκαρα μετωπικά μ' ένα κείμενο.
'μαζνούν' είναι ο τρελός.
μα τρελός, πώς;
ξέρετε σεις, εγώ όχι. τώρα πάω να κάνω δουλειές. γυναικεία γραφή βλέπετε και θ' ασχοληθώ με το γιο μου. καλή κυριακή.
From the sources II: the men of Gombrèn and Sant Joan de les Abadesses
Πριν από 2 ημέρες

